top of page

Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος: Θάνατος και αμαρτία

  • πριν από 5 λεπτά
  • διαβάστηκε 2 λεπτά

Δημοσιεύτηκε: Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου 

Ζοῦμε στήν περίοδο τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, (Πάσχα) καί ἑορτάζουμε τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός μέ τόν θάνατό Του νίκησε τόν θάνατον, τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο, σύμφωνα μέ τήν ὅλη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Ψάλλουμε αὐτές τίς ἡμέρες θριαμβευτικά: «Χριστός Ἀνέστη έκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

Κατεπάτησε τόν θάνατον καί ἔδωσε τήν δυνατότητα σέ κάθε ἄνθρωοι μέ τήν Χάρη Του νά νικήση τόν πνευματικό θάνατο (τήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν Θεό) καί τελικά καί τόν δεύτερο θάνατο μέ τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων. Κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο: «δεῖ γάρ αὐτοῦ βασιλεύειν ἄχρις οὗ ἄν θῇ πάντας τούς ἐχθρούς ὑπό τούς πόσας αὐτοῦ. ἔσχατος ἐχθρός καταργεῖται ὁ θάνατος» (Α΄Κορ. ιε΄, 25-26).

Ἐπίσης κατήργησε τόν διάβολο μέ τήν ἔννοια ὅτι κατά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας (Ἐβρ. Β΄, 14-15).

Αὐτό σημαίνει ὅτι μέσα στήν Ἐκκλησία πού εἶναι τό πραγματικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀγωνιζόμαστε, μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ, νά νικήσουμε τήν ἁμαρτία καί τά πάθη, νά μεταμορφώσουμε τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος γιά πορεύονται κατά φύσιν καί πρός τό ὑπέρ φύσιν καί νά μετέχουμε ἀπό τώρα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἀναστάσεώς Του.

Ὁ θάνατος ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδάμ μέ τήν συνδρομή καί συμβολή τοῦ διαβόλου, καί στήν Ἐκκλησία, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ κάνουμε ἀγώνα ἐναντίον καί τῶν τριῶν αὐτῶν, ἤτοι τοῦ διαβόλου, τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου.

Παρά ταῦτα ὑπάρχουν μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι πού ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ θάνατος δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά εἶναι μιά φυσική κατάσταση, ἐπειδή συνδέεται μέ τήν κτιστότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Μιά τέτοια διδασκαλία ἀνατρέπει ὅλη τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιά τό προπατορικό ἁμάρτημα καί ἀκόμη ὑπονομεύει ὅλο τό ἔργο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτή ἡ ἄποψη ἐπαναφέρει κατά ἕνα τρόπο τήν αἴρεση τοῦ Πελαγιανισμοῦ, τήν ὁποία κατεδίκασε ἡ Ἐκκλησία Συνοδικῶς. Αὐτό ἀναλύεται στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ μέ τίτλο: «Ὁ θάνατος ὡς μεταπτωτικό γεγονός καί ὄχι τῆς φύσεως».


 
 
bottom of page